συμπαθεῖς — συμπαθέω to be sympathetically affected pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) συμπαθέω to be sympathetically affected pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) συμπαθής affected by like feelings masc/fem acc pl συμπαθής affected by like … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
отъдатьливъ — (2*) пр. Прощающий: вси ѥдиномысльци. ѡтъдатьливи. братолюбиви. (συμπαϑείς!) СбТр XII/XIII, 116; будѣте мл(с)тви. и ѿдатливи. ˫ако же ѹчить ны великыи ап(с)лъ ˫аковъ. СбУв XIV2, 67 … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
подативыи — (1*) пр. Проявляющий милосердие, сострадание, сочувствующий: Бѣси по ѿверженьи мира мл(с)тивы˫а и подативы˫а мирьски˫а бл҃жити помагають себе же ока˫ати. ˫ако же тѣхъ добродѣтелии лишившесѧ. (συμπαϑεῖς) ПНЧ к. XIV, 97а. Ср. неподативыи … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
ετοιμόδακρυς — ἑτοιμόδακρυς (ετοιμοδάκρυος), υ (Μ) ο επιρρεπής στα δάκρυα, αυτός που δακρύζει εύκολα («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ] … Dictionary of Greek
κομπογιανίτης — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται ο ψευδοεπιστήμονας και συνήθως ο εμπειρικός γιατρός. Για την ετυμολογία της λέξης κ. έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις κατά καιρούς. Ο Κοραής υποστήριζε ότι προήλθε από τις λέξεις κόμπος (κομπασμός) και… … Dictionary of Greek
φιλάδελφος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μαρτύρησε στους Λεοντίνους της Σικελίας στα χρόνια του Δεκίου (249 251) μαζί με τους Αλφειό και Κυπρίνο. Η μνήμη του τιμάται στις 10 Μαΐου. 2. Μαρτύρησε σε άγνωστο τόπο και χρόνο, μαζί με τους Διομήδη … Dictionary of Greek